Μια καινούργια έρευνα της Ομάδας Ενέργειας, Περιβάλλοντος και Κλιματικής Κρίσης του Ινστιτούτο Αλέξη Τσίπρα φέρνει στο φως στοιχεία που αμφισβητούν μετρημένα κυβερνητικά επιχειρήματα αναφορικά με τις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας που καταβάλλουν τα ελληνικά νοικοκυριά. Τα δεδομένα αποτυπώνουν μια οικονομική πραγματικότητα που, σύμφωνα με τους αναλυτές, απέχει πολύ από την εικόνα «φθηνού ρεύματος» που προβάλλεται σε πολιτικό επίπεδο.
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη μελέτη, η σύγκριση κόστους ηλεκτρικής ενέργειας μεταξύ των 27 χωρών της Ευρωπαϊκή Ένωση δείχνει ότι η Ελλάδα κατατάσσεται στην 4η πιο ακριβή θέση στην Ε.Ε. όσον αφορά το καθαρό κόστος ενέργειας και προμήθειας. Η κατάταξη αυτή απορρέει από τον δείκτη Energy and Supply της Eurostat, ο οποίος μετρά το κόστος του ρεύματος ως προϊόν πριν προστεθούν φόροι και κοινωνικές επιδοτήσεις.
Τα γραφήματα που «μιλούν»
Στο Σχήμα 1 της έρευνας, απεικονίζεται η πορεία των λιανικών τιμών ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα σε σχέση με τον μέσο ευρωπαϊκό όρο από το 2012 μέχρι και το πρώτο εξάμηνο του 2025. Αν και σε ονομαστικούς όρους οι ελληνικές τιμές βρίσκονται κάτω από τον μέσο όρο της Ε.Ε. (–21% όπως αναφέρθηκε), η μελέτη επισημαίνει ότι αυτό αποτελεί μάλλον στατιστικό αποτέλεσμα και όχι ουσιαστικό οικονομικό πλεονέκτημα για τα ελληνικά νοικοκυριά. Η απόκλιση αυτή ήταν στο παρελθόν (2015–2019) ακόμη μεγαλύτερη (έφτασε μέχρι –28%), κάτι που σημαίνει πως η κόπωση της διαφοράς τον τελευταίο χρόνο αποτελεί υποχώρηση και όχι βελτίωση.

Το Σχήμα 2, που χρησιμοποιεί τον δείκτη Purchasing Power Standard (PPS), δηλαδή την αγοραστική δύναμη του εισοδήματος, δείχνει μια διαφορετική εικόνα: όταν συνυπολογιστεί η πραγματική αγοραστική δύναμη των Ελλήνων, οι λιανικές τιμές προσεγγίζουν ή και ξεπερνούν τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, καθιστώντας το ρεύμα ουσιαστικά πιο βαρύ για τα ελληνικά νοικοκυριά σε σύγκριση με άλλες χώρες της Ε.Ε.

Στο Σχήμα 5, η ποσοστιαία απόκλιση των τιμών στην Ελλάδα από τον μέσο όρο των 27 κρατών υπογραμμίζει ότι η φαινομενική διαφορά στον ονομαστικό δείκτη οφείλεται κυρίως σε επιδοτήσεις και φορολογικές πολιτικές, όχι στην πραγματική τιμή παραγωγής και προμήθειας ενέργειας.

Χονδρική αγορά: η «καρδιά» της αλήθειας
Η έρευνα στρέφει, στη συνέχεια, το βλέμμα στη χονδρική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, τον μόνο δείκτη που καθιστά συγκρίσιμη την τιμή του προϊόντος πριν την προσθήκη φόρων, τελών και επιδοτήσεων. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η Ελλάδα είχε κάποια έτη (π.χ. 2019) ήδη υψηλότερες χονδρικές τιμές σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο αλλά η απόκλιση εκτοξεύτηκε την περίοδο 2021–2023, φτάνοντας σε ορισμένους μήνες μέχρι και 90 ευρώ/MWh πάνω από τον μέσο όρο. Η μελέτη τονίζει ότι αυτή η αύξηση δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στους εξωγενείς παράγοντες, όπως η ενεργειακή κρίση μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, αφού οι επιπτώσεις ήταν ευρωπαϊκά γενικευμένες, ενώ η ελληνική αγορά εκτόξευσε τις αποκλίσεις σε πολύ υψηλότερα επίπεδα.
Το Σχήμα 3 της μελέτης απεικονίζει αυτές τις αποκλίσεις με βάση μηνιαία στοιχεία χονδρικών τιμών, δείχνοντας μια υπεροχή κόστους που επιβαρύνει ιδιαίτερα το ελληνικό σύστημα και εν τέλει τον τελικό καταναλωτή.

Τι σημαίνουν όλα αυτά για τους καταναλωτές
Η έρευνα καταλήγει ότι το αφήγημα της «φθηνής ηλεκτρικής ενέργειας» στην Ελλάδα δεν ευσταθεί όταν εξετάζεται στην πλήρη του διάσταση:
- Οι ονομαστικές λιανικές τιμές μπορεί να εμφανίζονται χαμηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο αλλά όχι σε σχέση με την αγοραστική δύναμη των πολιτών.
- Το καθαρό κόστος ενέργειας ως προϊόν είναι υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ε.Ε., ανεβάζοντας την Ελλάδα στην 4η θέση μεταξύ των πιο ακριβών χωρών.
- Ο συνδυασμός σταθερά υψηλών χονδρικών τιμών και επιδοτήσεων που χρηματοδοτούνται μέσω φορολογίας σημαίνει ότι οι πολίτες τελικά εξακολουθούν να επιβαρύνονται πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, έμμεσα ή άμεσα.
Η μελέτη αποτελεί μια σαφή προειδοποίηση προς την πολιτική ηγεσία: χωρίς μέτρα που να εστιάζουν στη δομική μείωση του κόστους παραγωγής και προμήθειας, οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας θα παραμείνουν βαρίδι στην καθημερινότητα των νοικοκυριών, ανεξάρτητα από στατιστικές συγκρίσεις που αγνοούν την πραγματική οικονομική επιβάρυνση των πολιτών.