Τρία χρόνια έπειτα από το τραγικό δυστύχημα που σημειώθηκε στα Τέμπη, στη σκιά των σημερινών συγκεντρώσεων μνήμης και της επικείμενης δίκης ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης έκανε λόγο στην εκπομπή «Καλημέρα» του Σκάι για το χρέος τού «ποτέ ξανά», για την ανάγκη να αφεθεί η Δικαιοσύνη να αποφανθεί χωρίς «τηλεδικαστήρια», αλλά και για τα πολιτικά συμπεράσματα μιας μεγάλης εθνικής τραγωδίας. Από τα ζητήματα ασφάλειας και τις κατηγορίες περί συγκάλυψης, μέχρι τις γεωπολιτικές εξελίξεις και το στεγαστικό πρόβλημα, στη συνέντευξη συζητήθηκαν και μια σειρά άλλων θεμάτων της επικαιρότητας.
Πιο συγκεκριμένα, «Πέρυσι ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης έλεγε τον πρωθυπουργό ‘ενορχηστρωτή της συγκάλυψης’. Έναν χρόνο μετά -γιατί, ξέρετε, ο πόνος δεν φεύγει, ειδικά των ανθρώπων που έχασαν τα δικά τους παιδιά, κάθε χρόνο και κάθε μέρα θα θυμούνται, η ζωή τους σταμάτησε εκείνη τη μέρα- σε περίπου έναν μήνα και λιγότερο, 23 Μαρτίου, ξεκινάει μια δίκη. Μια δίκη που έχει 36 κατηγορούμενους, τριάντα έξι. Κάτι το οποίο δεν συνέβη ποτέ ξανά σε καμία άλλη εθνική τραγωδία», τόνισε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επισημαίνοντας ότι αυτό δεν είναι φυσικά κάτι για να πανηγυρίσουμε αλλά είναι το αυτονόητο. «Και λέω: να πάρουμε ένα μάθημα ως πολιτικοί. Δεν αναφέρομαι στον κόσμο. Η κοινωνία ακούει την αντιπαράθεση. Να αφήσουμε επιτέλους τη δικαιοσύνη να δώσει τις απαντήσεις της, να μην κάνουμε τους δικαστές. Να σταματήσουν πλέον, όχι μόνο για τα Τέμπη, για κάθε τραγωδία, για κάθε συμβάν, να σταματήσουν αυτά τα άθλια ‘τηλεδικαστήρια’».
Ο κ. Μαρινάκης τόνισε επίσης: «Οφείλω, εκ του ρόλου μου, να δώσω κάποιες απαντήσεις, τις οποίες ήδη τις έχει δώσει πολύ αναλυτικά ο υπουργός Δικαιοσύνης. Η απόφαση για την εκταφή είναι μια απόφαση της δικαιοσύνης, η οποία βασίζεται στο νομικό πλαίσιο της χώρας και στα πραγματικά δεδομένα, τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης. Ό,τι συμβαίνει στην υπόθεση αυτή, συμβαίνει και σε όλες τις υπόλοιπες πολύ σοβαρές υποθέσεις. Δόθηκε η δυνατότητα στο σύνολο των συγγενών να προβούν σε εκταφή. Αξιοποιήθηκε η δυνατότητα αυτή αρχικά από εννέα, αν δεν κάνω λάθος, οικογένειες και πλέον έχουν μείνει πέντε… Δόθηκε η δυνατότητα σε όλους. Δόθηκε η δυνατότητα σε όλες τις οικογένειες να έχουν καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας τον δικό τους τεχνικό σύμβουλο, για να παρακολουθεί κάθε στάδιο. Και, όπως είπε ο υπουργός, σε περίπτωση που κρίνει η ελληνική δικαιοσύνη -όχι η κυβέρνηση, γιατί εδώ δεν πρέπει να τα μπερδεύουμε αυτά, η κυβέρνηση δεν έχει καμία δουλειά σε όλο αυτό, υπάρχει ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και διάκριση των εξουσιών- ότι χρειάζεται συνδρομή κάποιου ξένου εργαστηρίου, όπως συνέβη, για παράδειγμα, στην υπόθεση των Τεμπών, στους δίσκους, στο βιντεοληπτικό υλικό, όπου ζητήθηκε συνδρομή εργαστηρίων του εξωτερικού, τότε μπορεί αυτό να συμβεί. Όμως δεν μπορεί να λειτουργεί α λα καρτ η ελληνική Δικαιοσύνη. Ακολουθεί μια διαδικασία, μάλιστα με εργαστήρια τα οποία έχουν εξιχνιάσει πάρα πολύ σημαντικές και δύσκολες υποθέσεις, δυσεπίλυτες υποθέσεις. Τα ελληνικά εργαστήρια είναι από τα καλύτερα εργαστήρια στην Ευρώπη και στον κόσμο». Και πρόσθεσε: «Και το ξαναλέω: η δικαιοσύνη δεν έχει κανέναν λόγο, κανένα κίνητρο, δεν υπάρχει τίποτα να θέλει, παρά μόνο να θέλει να βρει την αλήθεια».
Ο κ. Μαρινάκης διαχώρισε επίσης τη συζήτηση για την τραγωδία σε δύο επίπεδα: το ουσιαστικό, όπου αναγνώρισε ότι έγιναν σοβαρά λάθη και επεσήμανε τις αλλαγές που έχουν ήδη δρομολογηθεί στην εκπαίδευση και στα συστήματα ασφάλειας των σιδηροδρόμων, και το ποινικό, που αφορά τη δικαστική διερεύνηση. Τόνισε ότι δεν μπορούν να δοθούν απόλυτες εγγυήσεις γιατί όπως είπε «όποιος δίνει βεβαιότητες ασφαλείας είναι επικίνδυνος για την πολιτική» αλλά είπε ότι σίγουρα τα τρένα, το 2026, με βάση αυτά τα οποία το ίδιο το υπουργείο έχει ανακοινώσει ότι έχουν ολοκληρωθεί και όσα δρομολογούνται, είναι πολύ ασφαλέστερα.
Υπογράμμισε ότι η έναρξη της δίκης τρία χρόνια μετά, σε μια τόσο σύνθετη υπόθεση με πολλούς μάρτυρες και πραγματογνωμοσύνες, δεν είναι καθυστερημένη σε σύγκριση με αντίστοιχες ευρωπαϊκές περιπτώσεις, ενώ εκτίμησε ότι η διαδικασία θα είναι μακρά.
Σε πολιτικό επίπεδο, κατηγόρησε μέρος της αντιπολίτευσης και ορισμένους στα μέσα ενημέρωσης και τα κοινωνικά δίκτυα ότι εργαλειοποίησαν την τραγωδία, καλλιεργώντας κλίμα «δηλητηρίου» στην κοινωνία. Τέλος, για τα περί «νέων Τεμπών» και δολιοφθοράς, ανέφερε ότι έχει διαπιστωθεί παράνομη πράξη, όμως το κίνητρο ερευνάται και δεν μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα χωρίς αδιάσειστα στοιχεία.
Στη συνέχεια, ο κ. Μαρινάκης απέρριψε κατηγορηματικά τα σενάρια περί κινδύνου απώλειας εθνικής κυριαρχίας, με αφορμή τις δηλώσεις του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά. Διευκρίνισε ότι δεν τίθεται ζήτημα εκχώρησης κυριαρχικών δικαιωμάτων και ότι η επίμαχη σύμβαση του ελληνικού Δημοσίου με τη Chevron περιλαμβάνει ασφαλιστικές δικλίδες για την προστασία του κράτους, ιδίως ενόψει της προκαταρκτικής διαδικασίας οριοθέτησης ΑΟΖ με τη Λιβύη. «Δεν υπάρχει ζήτημα κυριαρχικών δικαιωμάτων και δεν εκχωρούνται κυριαρχικά δικαιώματα μέσω μιας σύμβασης», είπε χαρακτηριστικά.
Κατηγόρησε μέρος της αντιπολίτευσης και συγκεκριμένα μέσα ενημέρωσης για διαστρέβλωση της πραγματικότητας και υιοθέτηση ρητορικής περί «εκχώρησης». Παράλληλα, υπερασπίστηκε το έργο της κυβέρνησης στην άμυνα και την εξωτερική πολιτική, απαριθμώντας συμφωνίες ΑΟΖ με Ιταλία και Αίγυπτο, συνεργασίες με εταιρείες όπως η Exxon Mobil, εξοπλιστικά προγράμματα (F-16, F-35, Rafale, Belharra), την επέκταση των 12 ναυτικών μιλίων στο Ιόνιο και την ενίσχυση των στρατηγικών σχέσεων με τις ΗΠΑ. Όπως είπε, οι κινήσεις αυτές ενισχύουν τη διεθνή θέση της χώρας και δεν συνιστούν ενδοτικότητα.
Ερωτηθείς σχετικά με παράδειγμα από την Ισπανία για πώληση από μία startup, υπνοδωματίων αντί για ολόκληρα σπίτια, λόγω στεγαστικής κρίσης, ο Παύλος Μαρινάκης αναγνώρισε ότι το στεγαστικό αποτελεί από τα σοβαρότερα προβλήματα, ιδίως για τη νέα γενιά. Τόνισε ότι η κυβέρνηση έχει υλοποιήσει πάνω από 40 παρεμβάσεις, όπως τα προγράμματα «Σπίτι μου», επιδοτήσεις ανακαίνισης έως 36.000 ευρώ και φορολογικά κίνητρα για να αυξηθεί η προσφορά κατοικιών (μετατροπή βραχυχρόνιων μισθώσεων σε μακροχρόνιες, άνοιγμα κλειστών διαμερισμάτων, διατήρηση απαλλαγής ΦΠΑ στις νέες οικοδομές, μειώσεις φόρων στα ενοίκια).
Επανέλαβε ότι το πρόβλημα δεν λύνεται άμεσα ούτε με «μαγικές λύσεις», καθώς σχετίζεται με την προσφορά και τη ζήτηση και τη συγκέντρωση πληθυσμού στα αστικά κέντρα. Παράλληλα, όπως είπε τα σχετικά μέτρα αναπτύσσονται σε τρεις άξονες: αύξηση εισοδημάτων μέσω φορολογικών ελαφρύνσεων, φοροαπαλλαγές για την ενίσχυση της αγοράς κατοικίας και μόνιμα επιδόματα, όπως επιστροφή ενός ενοικίου ετησίως στους περισσότερους ενοικιαστές και αυξημένο φοιτητικό στεγαστικό επίδομα. Κατέληξε ότι πρόκειται για «αγώνα δρόμου» ώστε η πολιτεία να προλάβει την ένταση του προβλήματος.