Η κυβέρνηση ψάχνει φόρμουλα για τις συντάξεις χηρείας: Στόχος να αποφευχθούν μειώσεις και επιστροφές χρημάτων

Η κυβέρνηση επιχειρεί να δώσει λύση σε ένα από τα πιο δύσκολα ζητήματα του ασφ...

Η κυβέρνηση ψάχνει φόρμουλα για τις συντάξεις χηρείας: Στόχος να αποφευχθούν μειώσεις και επιστροφές χρημάτων

Η κυβέρνηση επιχειρεί να δώσει λύση σε ένα από τα πιο δύσκολα ζητήματα του ασφαλιστικού συστήματος, αναζητώντας τρόπο ώστε να αποφευχθούν τόσο οι μεγάλες περικοπές στις συντάξεις χηρείας όσο και οι αναδρομικές επιβαρύνσεις για περίπου 150.000 συνταξιούχους του ιδιωτικού τομέα.

Το ζήτημα, που παρέμενε για χρόνια σε εκκρεμότητα στον ΕΦΚΑ και στο υπουργείο Εργασίας, επανέρχεται στο επίκεντρο λόγω της εφαρμογής του λεγόμενου νόμου Κατρούγκαλου.

Με βάση το ισχύον πλαίσιο, προβλέπονται μειώσεις στις συντάξεις χηρείας για όσους εργάζονται ή λαμβάνουν παράλληλα και δική τους σύνταξη, εξέλιξη που θα μπορούσε να επιφέρει σημαντική απώλεια εισοδήματος σε χιλιάδες δικαιούχους.

Παράλληλα, υπάρχει ανησυχία και για πιθανές αναδρομικές απαιτήσεις επιστροφής ποσών, γεγονός που δημιουργεί έντονο κοινωνικό και πολιτικό προβληματισμό. Η κυβέρνηση εξετάζει πλέον εναλλακτικές παρεμβάσεις, με στόχο να περιοριστούν οι επιπτώσεις και να αποφευχθεί ένα νέο κύμα αντιδράσεων στο ασφαλιστικό πεδίο.

Στην πράξη, το κράτος βρέθηκε αντιμέτωπο με ένα παράδοξο: ο νόμος προέβλεπε περικοπές, όμως αυτές δεν εφαρμόστηκαν ποτέ στον ιδιωτικό τομέα. Έτσι, επί σειρά ετών, οι δικαιούχοι συνέχισαν να εισπράττουν κανονικά τη σύνταξη χηρείας, χωρίς μείωση, δημιουργώντας ένα ιδιότυπο ασφαλιστικό «γκρίζο πεδίο».

Η υπόθεση έχει ισχυρό πολιτικό και κοινωνικό φορτίο, καθώς τυχόν αναδρομική ενεργοποίηση των περικοπών θα άνοιγε τον δρόμο για απαιτήσεις επιστροφής μεγάλων ποσών από συνταξιούχους που ουσιαστικά δεν είχαν καμία ευθύνη για τη μη εφαρμογή του νόμου.

Στο υπουργείο Εργασίας φαίνεται ότι επικράτησε τελικά η λογική της πολιτικής διαχείρισης αντί της σκληρής δημοσιονομικής εφαρμογής. Σύμφωνα με πληροφορίες, το σχέδιο που βρίσκεται στο τραπέζι προβλέπει ουσιαστικά να διατηρηθεί το ποσοστό της σύνταξης χηρείας στο 70% της σύνταξης του θανόντος, απομακρύνοντας το σενάριο μείωσης στο 35%.

Με αυτόν τον τρόπο, η κυβέρνηση επιχειρεί να «σβήσει» μία βόμβα κοινωνικής δυσαρέσκειας, που θα μπορούσε να πυροδοτήσει νέο κύμα αντιδράσεων από χαμηλοσυνταξιούχους και ηλικιωμένους με ήδη πιεσμένα εισοδήματα.

Το πιο κρίσιμο στοιχείο της υπόθεσης αφορά τα αναδρομικά. Στον ιδιωτικό τομέα, όλα δείχνουν ότι δεν θα ζητηθούν επιστροφές χρημάτων για τα χρόνια κατά τα οποία οι περικοπές δεν εφαρμόστηκαν. Η επιλογή αυτή θεωρείται σχεδόν μονόδρομος, καθώς διαφορετικά χιλιάδες συνταξιούχοι θα έβλεπαν να τους καταλογίζονται οφειλές πολλών χιλιάδων ευρώ.

Ωστόσο, διαφορετική φαίνεται πως θα είναι η αντιμετώπιση για όσους προέρχονται από τον δημόσιο τομέα και τον πρώην ΟΓΑ, όπου οι περικοπές εφαρμόστηκαν κανονικά. Εκεί εξετάζονται σενάρια επιστροφών μέσω δόσεων ή συμψηφισμών με φορολογικές υποχρεώσεις, σε μια προσπάθεια να περιοριστούν οι αντιδράσεις από τις εμφανείς ανισότητες που δημιουργήθηκαν μεταξύ ασφαλισμένων δύο ταχυτήτων.

Το ασφαλιστικό μπέρδεμα ξεκινά ουσιαστικά από τον νόμο 4387/2016, γνωστό ως νόμο Κατρούγκαλου. Ο συγκεκριμένος νόμος προέβλεπε αρχικά ότι η σύνταξη χηρείας θα περιοριζόταν στο 50% της σύνταξης του θανόντος και, μετά την παρέλευση τριετίας, θα μπορούσε να πέσει ακόμη και στο 25%, εφόσον ο δικαιούχος εργαζόταν ή λάμβανε και δική του σύνταξη.

Αργότερα, ο νόμος Βρούτση αύξησε το ποσοστό στο 70%, επιχειρώντας να διορθώσει μέρος των αντιδράσεων που είχαν προκληθεί. Ωστόσο, δεν καταργήθηκαν οι προβλέψεις για περικοπές μετά την τριετία, αφήνοντας ανοιχτή την πόρτα για μειώσεις που ποτέ δεν έπαψαν να απειλούν δεκάδες χιλιάδες δικαιούχους.

Σήμερα, το υπουργείο Εργασίας αναζητά μία πιο «ήπια» φόρμουλα, ώστε να παραμείνουν ανέγγιχτες οι δύο εθνικές συντάξεις σε περιπτώσεις όπου ο συνταξιούχος λαμβάνει τόσο δική του σύνταξη όσο και σύνταξη χηρείας. Οι περικοπές, σύμφωνα με τα σενάρια που εξετάζονται, θα περιοριστούν μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις πολλαπλών συντάξεων.

Το ερώτημα πλέον είναι αν η κυβέρνηση θα προχωρήσει άμεσα στη νομοθετική τακτοποίηση του θέματος ή αν θα επιλέξει άλλη μία προσωρινή παράταση σε ένα ασφαλιστικό πρόβλημα που εδώ και χρόνια κανείς δεν θέλει πραγματικά να αγγίξει.